FUN TO READ: ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΑΣ ΣΕΡΒΟΣ ΜΠΑΣΚΕΤΜΠΟΛΙΣΤΑΣ;


To ελληνικό μπάσκετ έχει ανοίξει και πάλι τη πόρτα της αγαπημένης μας μπασκετικά Σερβίας και το Hoopfellas παίρνει αφορμή για τη φετινή Fun to Read ανάρτηση του καλοκαιριού. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Σέρβος μπασκετμπολίστας..;  H λίστα της σελίδας περιμένει τη ψήφο σας..




Καλοκαίρι και νομίζω πως πρέπει να καθιερώσουμε ένα τέτοιο άρθρο. Το σηκώνει το κλίμα άλλωστε.. Θυμάμαι την επιτυχία που είχε ένα αντίστοιχο τον Αύγουστο του 2013 με καθαρά μπασκετικό θέμα.

http://hoopfellas.blogspot.gr/2013/08/blog-post_11.html

Αυτή τη φορά θα καταπιαστούμε με Σέρβους. Με τους καλύτερους Σέρβους αλλά και τους πιο αγαπημένους μας Σέρβους ανεξαρτήτων ικανοτήτων. Έχω φτιάξει μια λίστα με αφετηρία τη μεταπολεμική περίοδο όπου ουσιαστικά η Σερβία αγωνίζεται ως ανεξάρτητα κράτος για αυτό και δε περιλαμβάνει Σλάβνιτς, Κιτσάνοβιτς και τα ρέστα..

Το βασικό ερώτημα είναι, ποιος είναι ο αγαπημένος σας Σέρβος μπασκετμπολίστας; Αποτελεί βάση για ελεύθερη συζήτηση (φυσικά μπορούμε να πούμε απόψεις και για τον κατά τη γνώμη μας καλύτερο, ένα άλλο καλό ερώτημα..). ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ μπορείτε να προσθέσετε οποιονδήποτε παίχτη εκτός λίστας. Πάμε..


THE GOODFELLAS

Καμία άλλη ομάδα σε εθνικό ή συλλογικό επίπεδο δε θύμιζε τόσο ..συμμορία στα μάτια μου όσο η Εθνική Σερβίας που ξεκίνησε την δική της ιστορίας ως ξεχωριστό κράτος μετά τον εμφύλιο που διαμέλισε την άλλοτε κραταιά Γιουγκοσλαβία. Μια ομάδα από πραγματικούς γκάνγκστερς με μυστικούς κώδικες τιμής, υποταγμένη σε μια ομερτά, έναν δικό τους εθνικό στόχο και στο αφεντικό τους, τον δικό τους Paul Vario..

Συνεχίζουμε μετά τη ζεμπεκιά..

ΒΛΑΝΤΕ ΝΤΙΒΑΤΣ (2.15-C): Ο «Εθνάρχης». Ή αλλιώς η «μάνα του λόχου».. Ο μοναδικός Βλάντε Ντίβατς αποτέλεσε μια τεραστίου μεγέθους προσωπικότητα και πρεσβευτή ο οποίος είχε τεράστια επιρροή σε συμπαίκτες, αντιπάλους αλλά και σε μια ολόκληρη χώρα. Το μέγεθος της προσωπικότητας του ξεπέρασε το μέγεθος του ταλέντου, το οποίο πιστέψτε με μόνο «καθημερινό» δε χαρακτηρίζεται. Ο Ντίβατς έφερε μια πρωτόγνωρη για τη σωματοδομή του πλαστικότητα στο παρκέ και μια εξαιρετική τεχνική κατάρτιση για παίχτη αυτού του ύψους (μόνο ο Σαμπόνις είχε καλύτερη). Πολύ υψηλό μπασκετικό IQ, ταχύτητα, μέσα-έξω παιχνίδι, εξαιρετική αντίληψη του παιχνιδιού και playmaking που ζήλευαν οι καλύτεροι γκαρντς της εποχής. Άνοιξε τη πόρτα του ΝΒΑ σε μια εποχή απαγορευτική για τους Ευρωπαίους παίχτες, εντασσόμενος στο show time των Λέηκερς στα late ‘80s-early ‘90s ΄πλέον, χωρίς να γνωρίζει λέξη αγγλικά.. Έφτασε κοντά στο όνειρο με τη μεγάλη ομάδα των Κινγκς όμως ήταν άτυχος. Ξεπλήρωσε όλα τα γραμμάτια όμως στις διεθνείς διοργανώσεις (3 Ευρωπαϊκά, 2 παγκόσμια σε επίπεδο ανδρών). Πολλές ατάκες που θα μείνουν στην ιστορία όπως το «με λένε Βλάντε Ντίβατς και μπορώ να σας αγοράσω από αύριο και να σας βάλω να μου κουρεύετε το γκαζόν ..» στους συμπαίκτες του μετά την ήττα από το Π.Ρίκο στο παγκόσμιο του 2002, που έμελε μάλιστα να είναι το turning point για τους μετέπειτα παγκόσμιους πρωταθλητές.. 

ΖΑΡΚΟ ΠΑΣΠΑΛΙ (2.07-F): Ο Πάσπαλι είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες που παρήγαγε η μπασκετική βιομηχανία των «πλάβι» και μέλος των wise guys της μεταπολεμικής Σερβίας. Με αυτόν σμολ-φόργουορντ, ηγέτη, πατέρα, πεθερό, συμπέθερο.. για τους μικρούς, ο Γιάννης Ιωαννίδης κατάφερε να μετατοπίσει το κέντρο του μπάσκετ της χώρας νοτιότερα, από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Μπορώ να σας γράφω ιστορίες για τον Ζάρκο μέχρι το πρωί.. Κοπάνες, αλητείες, η παραδοσιακή μαρλμποριά που δε σταματούσε ποτέ, η περιπέτεια του ΝΒΑ («ο Σον Έλιοτ έπαιζε σαν σκατό όμως ήταν ψηλό πικ και δε πήρα ποτέ πραγματική ευκαιρία»), η γραμμή στο Μπομπλάν, οι χαμένες βολές του Τελ Αβίβ που ήξερε ότι θα χάσει, η μετακόμιση από τον Ολυμπιακό στον Παναθηναϊκό, η σπουδαία ομάδα του Πανιωνίου με Ντούντα, το Κύπελλο με τον διαλυμένο Άρη που μαγειρεύτηκε το προηγούμενο βράδυ σε ένα μπαρ με πρωτοβουλία «ένας για όλους, όλοι για έναν» δικιά του, τα απίστευτα καλοκαίρια με την εθνική.. Το «εγώ παίζω μόνο επίθεση, όχι άμυνα» στον Πόποβιτς ή το–πριν το F4 του Τελ Αβίβ και γιατί πρέπει να παίξει καλά -« μπορεί να κάνω τη τύχη μου με τους σκάουτερς που παρακολουθούν. Οι Αμερικάνοι είναι βλαμμένοι. Βλέπουν κάποιον να παίζει καλά σε ένα ματς και νομίζουν ότι πάντα παίζει έτσι..». Φόργουορντ «ζαρκάδι», καταπληκτικός finisher στο ανοιχτό γήπεδο, με πρόσωπο-πλάτη παιχνίδι γαρνιρισμένο με το σέρβικο winning mentality. Ο Θεός να τον έχει καλά, ο Ζάρκο υπήρξε μια από τις ωραιότερες ιστορίες που γνώρισε το ελληνικό και ευρωπαϊκό μπάσκετ στη σύγχρονη εποχή..

ΖΟΡΑΝ ΣΑΒΙΤΣ (2.06-PF/C): Γάτος..  Ένας από τους πιο έξυπνους και σκληροτράχηλους ψηλούς της τελευταίας 25ετίας τον οποίο επίσης είχαμε τη τιμή να θαυμάσουμε στα μέρη μας. Βγαλμένος από τη σχολή της Γιουγκοπλάστικα, αποτέλεσε ο ίδιος «σχολή» για τους περισσότερους ευρωπαίους ψηλούς. Κλειδώματα χεριών, ψιλές και σωφρονιστικά μπατσάκια στα μουλωχτά αλλά κυρίως μεγάλη καρδιά και intangibles σπάνια. Σπουδαία αίσθηση του παιχνιδιο, ένστικτα νικητή  και work ethic, χαρακτηριστικά τα οποία τον έφεραν στη πρώτη γραμμή σταθερά για πολλά χρόνια. Τον θυμάμαι παρτενέρ σε μερικά απ΄τα καλύτερα frontcourt duos που είδαμε ποτέ. Δίπλα στον Ράντζα, τον Νόρις, τον Μπέρι, τον Ντίβατς, τον Νεστέροβτς.. Είχε το μαγικό φίλτρο να πηγαίνει πρώτος στη μπάλα κερδίζοντας εκατοστά στη μάχη θέσης ενώ ήταν προφέσορας στην άμυνα εδάφους βγάζοντας κάθε αντίπαλο από τα καλά του σημεία, επιστρατεύοντας κάθε όπλο θεμιτό ή αθέμιτο. Χαρακτηριστικά θυμάμαι αντιπάλους να τρώνε της χρονιάς τους μακριά από τη μπάλα ή όσο υπάρχει traffic τριγύρω και τον Σάβιτς μόλις γίνεται clear out για ένας με έναν να μεταμορφώνεται με μια κίνηση των χεριών και του σώματος στο πιο τίμιο παιδί του κόσμου με διάθεση για καθαρή άμυνα.. Φυσικά έχει καταπιεί αμάσητους πολλούςhigh flyers με εντυπωσιακά κορμιά, ειδικά σε ματς τίτλων.  Άμα σας λέω «σχολή» κάτι ξέρω..

ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΤΖΟΡΤΖΕΒΙΤΣ (1.87-PG): Ο δικός μου αγαπημένος Σέρβος διαχρονικά.. Έγινε αφίσα στο δωμάτιο μου μετά το τρίποντο στον τελικό του 1992 και ..εικονοστάσι όταν υπέγραψε στην αγαπημένη μου Φορτιτούντο. Για κάποιο λόγο ο Τζόρτζεβιτς μου έβγαζε ότι ήταν ο πιο αυθεντικός street guy της παρέας αυτής. Ατσαλένια καρύδια γαρνιρισμένα με σπουδαίο μπασκετικό ταλέντο και intangibles από άλλη εποχή.. Γνήσιος Παρτιζάνος, ίσως ο Σέρβος με το μεγαλύτερο ανάστημα στο τελευταίο λεπτό ενός  από τους αγώνες που κρίνουν απλά «τα πάντα». Γύρισε  το remake του The Shot της Πόλης στο Ευρωμπάσκετ του 1997 απέναντι στη Κροατία (κατάφερε να το βάλει μέχρι και στην αναπαράσταση του στο προς τιμήν του ματς στο Βελιγράδι..) ενώ δύο χρόνια νωρίτερα θυμάμαι τον εαυτό μου να είμαι από τους ελάχιστους Έλληνες που πανηγύριζε τη ραψωδία των 41 πόντων (9/12 τριπ.) στον τελικό του ΟΑΚΑ απέναντι στη Λιθουανία (νομίζω ο καλύτερος τελικός Ευρωμπάσκετ που έχουμε δεί ποτέ). The General..

ΠΡΕΝΤΡΑΓΚ ΝΤΑΝΙΛΟΒΙΤΣ (2.01-G/F): Απέναντι από την αφίσα του Τζόρτζεβιτς στο δωμάτιο μου είχα μια άλλη, αυτή του Ντανίλοβιτς, η οποία είχε γίνει στόχος για βελάκια.. Αργότερα προχώρησε κι άλλο η σχέση μου μαζί του μιας και έβαλα το πρόσωπο του στον πρώτο σάκο του μποξ που είχα (με άμμο).. Ο Πρέντραγκ μου έκανε ως το μεγαλύτερο τσογλάνι των Σέρβων, μακράν ο πιο εριστικός τύπος.. Ενώ αρχικά τον είχα σε εξέχουσα θέση στη καρδιά μου μέχρι τον τελικό του 1992, έφαγε μαύρο μόλις μετακόμισε στη μισητή Βίρτους. Περιττό να σας πω πως αισθανόμουν κάθε φορά που η Φορτιτούντο έχανε και σέρβος σούπερ σταρ έκανε τα δικά του.. Πέρα από αυτά και τώρα που έχω γίνει μεγάλο παιδί και βλέπω πιο ψύχραιμα τα πράγματα, μπορώ να κάνω τη πιο βαθιά μου υπόκλιση στο συγκεκριμένο αθλητή. Πάντα πίστευα ότι ο Ντανίλοβιτς έχει κάνει σε μικρή ηλικία μια μυστική συμφωνία με τον εωσφόρο.. Ένα μπασκετικό «live fast, die young».. Από τότε που τον θυμάμαι μου έμοιαζε πιο μεγάλος, πιο ώριμος από την ηλικία του. Δε ξέρω αν έφταιγε η σκληράδα του Σεράγεβο ή ιδιαίτερη σχέση του με τον Βουγιόσεβιτς  όμως ακόμα και όταν αποχώρησε, μόλις στα 30 του, φαινόταν πολύ πιο μεγάλος (σχεδόν γερασμένος), σαν να ξεπλήρωσε τη συμφωνία για μια ζηλευτή καριέρα. Είχε την ευτυχία  να δουλέψει με μερικούς τους καλύτερους προπονητές που είδε το άθλημα. Ντούλε, Ίβκοβιτς, Ζοτς, Μεσίνα, Πατ Ραιλι, Νέλσον.. Μπήκε στο ευρωπαϊκό μπάσκετ ως ένα «καθαρόαιμο», ένας φτεροπόδαρος slasher με αχτύπητο ντράιβ που επιτιθόταν μανιασμένα στα καλάθια παρότι είχε και εξαιρετικό σουτ. Εξελίχτηκε στον καλύτερο ίσως executive shooter που είδε η Ευρώπη στη σύγχρονη εποχή, ανεβάζοντας κατακόρυφα την απόδοση του στα μεγάλα ματς. Τρομερή προσωπικότητα, γεννημένος ηγέτης με μια ισχυρή δόση παράνοιας στο μάτι που συχνά ενέπνεε τους συμπαίκτες του (διόλου τυχαίο ότι είναι ο μοναδικός αθλητής για τον οποίο ο Μεσίνα έκρυβε έναν φόβο μέσα του ο οποίος ήταν γνωστός στο στενό κύκλο της Βίρτους..). Τα δικό του The Shot (τετράποντο στους τελικούς του 1998 απέναντι στη Φορτιτούντο) με κυνηγάει μέχρι σήμερα.. Η πολυετής κόντρα του με τον Κάρλτον Μάιερς υπήρξε μια από τις εντονότερες παιδικές μπασκετικές μου αναμνήσεις. Όπως και το αυτοκρατορικό του στυλ αλλά και το αίσθημα της υπεροχής που σκορπούσε στο παρκέ.. Πολλά χρόνια μετά, όπου προσπαθώ να ενεργήσω ως ιστορικός (πανάθεμα με..) του αθλήματος, μπορώ να αποφανθώ ότι ο συνδυασμός του Ντανίλοβιτς , προδιαγραφές κοντά σε αυτές του Πέτζα/winning mentality Μποντιρόγκα, είναι ίσως ο κορυφαίος της λίστας..

ΝΤΕΓΙΑΝ ΜΠΟΝΤΙΡΟΓΚΑ (2.05-G/F): ΤHE BOSS.. Ο Μποντίρογκα άλλαξε τον όρο «νικητής» στο σύγχρονο μπάσκετ πηγαίνοντας τη σημασία του σε άλλα επίπεδα, πρωτόγνωρα για το άθλημα. Οτιδήποτε και να γράψω θα φανεί φλυαρία ώστε να αποτυπωθεί σε λέξεις ο μύθος του παίχτη. Στα 19 του πέρασε σύριζα από την Ελλάδα (ΑΕΚ και Ολυμπιακός προσπαθούσαν να τον κάνουν δικό τους με το δέλεαρ του διαβατηρίου) και προτίμησε να παίξει ως ξένος στη Τεργέστη με τον μέντορα του Μπόγκνταν Τάνιεβιτς. Στα χρόνια της ακμής του (είχαμε την ευτυχία να τον ζήσουμε στη χώρα μας) η υπεροχή του ήταν τέτοια που έκανε κάθε μεγάλο αντίπαλο, ευρωπαίο ή μη, να μοιάζει με γάτα Αγκύρας που τρίβεται στα πόδια του.. Αποτελεί τη Νέμεση του αξεπέραστου Μάνου Τζινόμπιλι τον οποίο έχει κερδίσει με προσωπικές ραψωδίες  σε διαδοχικούς τελικούς το 2002 (Μπολόνια, Ιντιανάπολις) οι οποίες (ειδικά η καλοκαιρινή) αποτελούν κλασσικό παράδειγμα Μποντιρογκοειδούς basketball. Κορυφαίος closer, από τα πιο σίγουρα χέρια που είδε το άθλημα στο τέλος κλειστών ματς. Ο συνδυασμός από σταυρωτές και ραχιαίες ντρίμπλες, η el latigo που χάζευε (και άλλες εφευρέσεις ή πατικοσούρες από τον μεγάλο Ντράζεν) και η ικανότητα του να παραμένει 100% αποτελεσματικός στο ποστ και στη περιφέρεια με μια ασύλληπτη ταχύτητα σκέψης που έκρυβε το αθλητικό του μειονέκτημα τον έκαναν unique case. Είχε άδοξο τέλος με την Εθνική το 2005 στη Σερβία. Ο Leader.. Sex, droga, Bodiroga..

ΝΤΕΓΙΑΝ ΤΟΜΑΣΕΒΙΤΣ (2.07-PF):  Ένας από τους πιο έξυπνους ψηλούς που είδαμε τα τελευταία χρόνια στο άθλημα και μέλος της μεγάλης ομάδας της Σερβίας από τη γένεση της. Ο Τομάσεβιτς συγκεντρώνει πολλά από τα μυστικά της σχολής των «πλάβι» στο παιχνίδι του. IQ στον ουρανό, passing ability  σπάνια για ψηλό η οποία μπορούσε να διαλύσει κάθε άμυνα, ποστ παιχνίδι με επαφή και μια ασύγκριτη ικανότητα να ρολάρει στο κορμί του αμυντικού, σεμιναριακή χρήση προσποιήσεων και ένα από τα καλύτερα positioning που έχουμε δεί ποτέ σε άμυνα και επίθεση που του επέτρεπε να παίρνει πάντα καίριες θέσεις στο ζωγραφιστό. Η ικανότητα του στη πάσα και στο μπάσκετ συνεργασίας αποτυπώνεται στις καταστάσεις απομόνωσης 2 εναντίον 2 που επεδίωκαν διαχρονικά οι προπονητές του με αυτόν δημιουργό και έναν γκαρντ να κινείται μακριά από τη μπάλα. Μεγάλος winner, τελείωσε τη καριέρα του με 21 τίτλους σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο.

ΖΕΛΙΚΟ ΡΕΜΠΡΑΤΣΑ (2.12-C): Ο Ρέμπρατσα ήταν ένας από τους καλύτερους ψηλούς που είχαμε την τύχη να δούμε στα μέρη και μια πολύ καλή επιλογή του Ζέλικο Ομπράντοβιτς ο οποίος τον είχε στο Τρεβίζο (και στη Παρτίζαν του 1992)και επέλεξε να στηρίξει πάνω του και το οικοδόμημα του Παναθηναϊκού το 1999 φέρνοντας τον στην Αθήνα. Στην Ελλάδα ο Ρέμπρατσα έζησε τις καλύτερες στιγμές του κατακτώντας με τίτλους MVP το πρωτάθλημα Ευρώπης με τον Παναθηναϊκό σε συλλογικό φυσικά επίπεδο και το παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1998 με την Εθνική Σερβίας της οποίας υπήρξε «κολώνα». Σπουδαίος σέντερ-κυρίαρχος ψηλά σε άμυνα και επίθεση, με ποστ παιχνίδι και καλό τάιμινγκ στο μπλοκ, finishing ability γύρω από το καλάθι και αθλητικά προσόντα, εξαιρετικός από τη γραμμή των προσωπικών. Πριν τα 30 του έφυγε για το ΝΒΑ όπου έμεινε για μια πενταετία. Παρ’όλο που στάθηκε αξιοπρεπέστατα, τα προβλήματα που αντιμετώπισε με τη καρδιά του δε τον άφησαν να συνεχίσει να αγωνίζεται εκεί. Το συμβόλαιο του με τη Βαλένθια έμελλε να είναι το τελευταίο του ως παίχτης.

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ..

ΠΕΤΖΑ ΣΤΟΓΙΑΚΟΒΙΤΣ (2.08-F): Ο Πέτζα στιγμάτισε μια ολόκληρη εποχή στο άθλημα σε Ευρώπη και Αμερική με το μοναδικό, φινετσάτο shooting style του και την αποτελεσματικότητα του στη περιφερειακή εκτέλεση η οποία τον κατατάσσει στη πολύ στενή ελίτ των καλύτερων σουτέρς ιστορικά παγκοσμίως. Ο Στογιάκοβιτς (τον οποίον θαυμάσαμε για μια 4ετία στον ΠΑΟΚ) είναι ο παίχτης της λίστας με τις καλύτερες προδιαγραφές από κάθε άλλον και σε μεγάλο βαθμό δικαίωσε τις προσδοκίες κυριαρχώντας για χρόνια στην Αμερικανική λίγκα με τους Κινγκς του Έηντελμαν και το εντυπωσιακό τους μπάσκετ. Φονικό όπλο από μέση και μακρινή απόσταση, κινήσεις με χάρη μπαλαρίνας που σαγήνευαν οποιονδήποτε αμυντικό, εξαιρετικό παιχνίδι μακριά από τη μπάλα το οποίο εντασσόμενο μέσα στο σύστημα των «Βασιλιάδων» παρήγαγε τόνους lay ups με passers ψηλούς όπως οι Ντίβατς-Ουέμπερ. Παιδί πολύ χαμηλών τόνων, «κατηγορήθηκε» για έλλειψη ηγετικού χαρακτήρα μερικές φορές. Προστατευόμενος του Βλάντε Ντίβατς, ξενέρωσε με την ατμόσφαιρα των αποδυτηρίων μετά την αποχώρηση του «πατέρα» και άφησε την Εθνική ομάδα μετά το Ευρωμπάσκετ του 2003 με σημαντικές επιτυχίες στο παλμαρέ του στη περίοδο του Πέσιτς.  Κατάφερε να φτάσει στο πολυπόθητο δαχτυλίδι το 2011, στη τελευταία σεζόν της καριέρας του, με τους Ντάλας Μάβερικς. Η επιτυχία του Στογιάκοβιτς στην Αμερική ανέβασε πολύ ψηλά το μπάσκετ της Σερβίας και μετέδωσε φρενίτιδα θαυμασμού προς το πρόσωπου του σε όλους τους οπαδούς του αθλήματος ανά την υφήλιο. Προσωπικά και φέρνοντας στο μυαλό μου την εικόνα του στα χακί της πατρίδας μας, πάντα θα με βασανίζει το ερώτημα του τι θα μπορούσε η καλή φουρνιά της Εθνική μας ομάδα (Παπαλουκάς, Διαμαντίδης, Σπανούλης, Ζήσης, Λάζαρος, Φώτσης κλπ.) να πετύχει με αυτόν στη θέση «3»..

ΙΓΚΟΡ ΡΑΚΟΣΕΒΙΤΣ (1.93-G): Ο θρυλικός «Ράκο», ένας από τους καλύτερους σκόρερς και σουτέρς που είδε το σύγχρονο ευρωπαϊκό μπάσκετ και η Ευρωλίγκα πιο συγκεκριμένα. Παράλληλα και ωρολογιακή βόμβα.. Ο Ρακόσεβιτς υπήρξε ένας από τους πιο καλογυμνασμένους αθλητές της εποχής και είναι μέχρι σήμερα φανατικός με τη διατροφή και τη γυμναστική. Ο τρόπος που έπαιζε πίσω από τα σκριν και εκτελούσε ήταν «σχολή». Βρήκε το ιδανικό περιβάλλον για το παιχνίδι του στη Βιτόρια η οποία αποτέλεσε την ιδανική βιτρίνα για να παρουσιάσει στο μάξιμουμ  ένα από τα πιο δυνατά του χαρτιά, το τρίποντο στο τρανζίσιον. Σε πολλές από τις σεζόν του είχε το αξιοσημείωτο στατιστικό του ότι σούταρε από την περιφέρεια με υψηλότερο ποσοστό πάνω σε άμυνα από ότι ελεύθερος.. Η παιδική του κόντρα με τον Μάρκο Γιάριτς (η οποία ξεκίνησε από τον ανταγωνισμό των πατεράδων τους σχετικά με το ποιος υιός θα γίνει καλύτερος παίχτης) του κόστισε έναν καλύτερο ρόλο στην Εθνική ομάδα, δεδομένου του προβλήματος συνύπαρξης που είχαν μέσα στο παρκέ το οποίο κορυφώθηκε με μπουνιές στα αποδυτήρια.. Δε κατάφερε να στεριώσει στο ΝΒΑ (Γούλβς) καθώς ήθελε αρκετή δουλειά σε τομείς όπως το ballhandling και το playmaking για να παίξει στο «1». Έκλεισε τη καριέρα του στον αγαπημένο του Ερυθρό Αστέρα.

ΜΑΡΚΟ  ΓΙΑΡΙΤΣ (2.01-G): Το ελληνικό επίθετο του (Λάτσης) έφερε μαζί και το άστρο που το συνοδεύει έτσι ώστε ο Μάρκο να διανύσει μια παραμυθένια διαδρομή στη ζωή του, με λευκά και μελανά βέβαια σημεία αλλά άκρως ενδιαφέρουσα. Ο πιτσιρικάς που «άνοιγε» το Audi A3 του στους δρόμους της Δυτικής Αττικής και του Περιστερίου, έπαιξε καλό μπάσκετ για μερικές σεζόν στην Αμερική,  έγινε παγκόσμιος πρωταθλητής και σύζυγος της Αντριάνα Λίμα. Ο Γιάριτς είναι ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Ενώ εντός αγωνιστικού χώρου έχει γαλουχηθεί στο πειθαρχημένο, ομαδικό μπάσκετ εκτός γηπέδου μεταμορφώνεται αρεσκόμενος στο lifestyle ενός ροκ σταρ. Το 2000 είχε το σθένος να αφήσει τη Φορτιτούντο για τη μισητή Βίρτους, απόφαση που τελικά τον βοήθησε πολύ μπασκετικά όταν και αναπτύχθηκε δίπλα στον Τζινόμπιλι και υπό τον Μεσίνα. Στην Αμερική έχτισε εντυπωσιακά το κορμί του και βελτίωσε αισθητά το σουτ του. Πόιντ με αμυντικούς και οργανωτικούς προσανατολισμούς, πολύ καλός αμυντικός και στις δύο γραμμές του γηπέδου, εξαιρετικός ριμπάουντερ και «κλέφτης», πολυεργαλείο στο υψηλότερο επίπεδο αδίκησε τον εαυτό του από ένα σημείο και μετά βάζοντας το μπάσκετ σε δεύτερη μοίρα.  Μετά τις  4/4 προσωπικές που έριξαν την TEAM USA στο καναβάτσο το 2002, ήρθε η σειρά του να κατηγορηθεί μεταξύ άλλων (ουσιαστικά στοχοποιήθηκε από τον Ζοτς) ως μαύρο πρόβατο για την αποτυχία της Εθνικής στο εντός έδρας Ευρωμπάσκετ του 2005 μιας και αυτά που συνέβαιναν στα δωμάτια του ξενοδοχείου  ξεπερνούσαν τις δυνάμεις ελέγχου του Ομπράντοβιτς. Θρυλική η «βεντέτα» του (ναι, βεντέτα που ξεκίνησε από τις οικογένειες) με τον Ρακόσεβιτς.

ΜΙΛΑΝ ΓΚΟΥΡΟΒΙΤΣ (2.06-F): Ο Γκούροβιτς θα μπορούσε να είναι κεντρικός ήρωας σε μια ταινία του Κοστουρίτσα γυρισμένη στις όχθες του Δούναβη, με έντονα στοιχεία πολυπολιτισμικότητας και σουρεαλισμού. Βασικά ο τύπος ταβάνιασε από την ίδια την ιδιοσυγκρασία του και τα τοπικιστικά συμπλέγματα που τον ακολουθούσαν παντού παρότι πολυταξιδευμένος από μικρή ηλικία.  Μεγάλο ταλέντο, ξεκίνησε ως «πλάγιος» παρά το μεγάλο του ύψος. Πιστολέρο από την περιφέρεια, «καθαρόαιμο» στον αιφνιδιασμό με εξαιρετικά αθλητικά προσόντα και ένα aggressiveness στον τρόπο που επιτιθόταν στο καλάθι το οποίο τον έκανε εξίσου επικίνδυνο στη νοητή ακτίνα γύρω από αυτό. Τα δύο μεγάλα σουτ του στην Ιντιανάπολις στον προημιτελικό απέναντι στους Αμερικανούς τον έκαναν εθνικό ήρωα αλλά ενώ κέρδισε χρήματα δε κατάφερε μετέπειτα να κεφαλαιοποιήσει αγωνιστικά αυτή του την επιτυχία σε επίπεδο καριέρας.  Ο Γκούροβιτς με το πακέτο που κουβαλούσε θα μπορούσε να κάνει θραύση στο σημερινό μπάσκετ με την προϋπόθεση ότι δε θα χειρίζεται το “Underground” σε συνέχειες κάθε φορά μέσα στο κεφάλι του..

ΜΙΛΟΣ ΒΟΥΓΙΑΝΙΤΣ (1.90-PG): Πολύ ταλαντούχος, πάρα πολύ άτυχος. Ο Βούγιανιτς δεν έπαιξε ποτέ το μπάσκετ που οι περισσότεροι περιμέναμε από το παιδί που στα 22 του έβγαινε μαρς πρώτος σκόρερ της Ευρωλίγκας και στο οποίο οι Νικς έβλεπαν τον μελλοντικό βασικό πόιντ τους. Οι τραυματισμοί τσάκισαν τον Μίλος που προσπάθησε πολλάκις να κάνει restart στη καριέρα του.  Μέλος της «δικής μου»  Φορτιτούντο, της μεγάλης ομάδας του Παναθηναϊκού το 2007 η οποία κατέκτησε την Ευρωλίγκα αλλά και της παγκόσμιας πρωταθλήτριας του 2002 στην Ιντιανάπολις. Σταμάτησε στα 30 του.. Δυστυχώς δεν είδαμε τίποτα με βάση αυτά που έπρεπε να δούμε. Καλά να’ναι..

ΖΟΡΑΝ ΣΡΕΤΕΝΟΒΙΤΣ (1.88-PG): Πόιντ γκαρντ-κομπιούτερ με pure playmaking skills. Το μυαλωμένο παιχνίδι και το σκανάρισμα της αντίπαλης άμυνας στο παρκέ αποτέλεσε κλειδί στις τεράστιες επιτυχίες της Γιουγκοπλάστικα με την οποία κατέκτησε τρείς τίτλους πρωταθλητή Ευρώπης. Σπουδαίος decision-maker, μέλος της τελευταίας ενωμένης Γιουγκοσλαβικής ομάδας στην Ιταλία το 1991.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΡΑΝΤΜΑΝΟΒΙΤΣ (2.08-F) : O μπανανόφλουδας.. Ποτέ μου δε μπόρεσα να δικαιολογήσω παίχτες με τη νοοτροπία του Ραντμάνοβιτς. No12 του ντραφτ το 2001 από τους Σόνικς, πολύ ταλαντούχος με εξαιρετικό σουτ (ποσοστά καριέρας κοντά στο 40%) και προσόντα για τη θέση του SF,  κατάφερε να σταδιοδρομήσει στην αμερικανική λίγκα αλλά όχι να γίνει ο παίχτης που όλοι περίμεναν. Χάρισε ένα ..παγκόσμιο πρωτάθλημα στην Εθνική της χώρας του όταν εκδιώχθηκε με τις κλωτσιές από τον Πέσιτς γιατί την ώρα που όλα γκρεμιζόντουσαν αυτός αμέριμνος στα αποδυτήρια έτρωγε μπανάνα, σκηνικό που ξύπνησε τους υπόλοιπους.Wasted talent..

ΜΙΛΟΣ ΤΕΟΝΤΟΣΙΤΣ : Ο τωρινός ηγέτης της Εθνικής ομάδας της Σερβίας. Παίχτης με αστείρευτο ταλέντο, ένας πραγματικός baller και κατά τον κόουτς των Τζαζ Κουίν Σνάιντερ «μακράν ο καλύτερος pick & roll παίχτης στο πλανήτη». Έχει προσφέρει δύο απίστευτα performances σε ημιτελικούς διεθνών τουρνουά (τον αλήστου μνήμης απέναντι στη Σλοβενία και τον περυσινό με Γαλλία) αλλά ακόμα κουβαλάει τη ταμπέλα του loser μετά τις συνεχείς αποτυχίες του να πατήσει κορυφή (ειδικά σε επίπεδο Ευρωλίγκας) και θα τη κουβαλάει μέχρι να σπάσει το ρόδι. Όχι άδικα καθώς σε συλλογικό επίπεδο χαρακτηρίζεται από ένα αδιάκοπο underperforming στα ματς τίτλων..

ΝΕΜΑΝΙΑ ΜΠΙΕΛΙΤΣΑ: O Μπιέλιτσα βγήκε στον αφρό μετά από πολύ προσπάθεια, όταν και η ανάπτυξη του έμοιαζε να κολλάει στη Βιτόρια και μετά τον πρώτο χρόνο του στη Πόλη. Σπουδαίος ολ αράντουντ-φόργουορντ, από τα καλύτερα προϊόντα που διαθέτει το ευρωπαϊκό μπάσκετ σήμερα. Η ικανότητα του στη δημιουργία είναι παροιμιώδης..

ΝΕΝΑΝΤ ΚΡΣΤΙΤΣ: Άλλος ένας σύγχρονος Σέρβος ο οποίος παρά τη σπουδαία καριέρα του στην Αμερική κουβαλάει τον σταυρό του loser πληρώνοντας τη συμμετοχή του στο συλλογικό ναυάγιο της ΤΣΣΚΑ. Ο Κρστιτς άφησε το στίγμα του στους Νετς με πολύ καλές σεζόν. Δυνατός Post παίχτης με Face up παιχνίδι επίσης, καλός ριμπάουντερ με αίσθηση του σκορ. Η έμπνευση του Μεσίνα να τον παίζει στο «4» στην oversized ΤΣΣΚΑ εκείνης της σεζόν εξέθεσε τον παίχτη ανεπανόρθωτα.

THE GREEK..FELLAS

ΜΠΑΝΕ ΠΡΕΛΕΒΙΤΣ (1.93-SG): The Tiger.. Θρύλος με όλη τη σημασία της λέξεως για το ελληνικό μπάσκετ και ένας από τους καλύτερους σουτέρ που γνώρισε το άθλημα. Σεμιναριακό ξεμαρκάρισμα και ίσως η πιο δηλητηριώδης εκτέλεση που γνώρισε ποτέ η λίγκα μας. Leader από τους λίγους.. Πολύ δυνατός, κρύο αίμα, εξαιρετικός closer (καλύτερος του Γκάλη εδώ, ένα από τα ελάχιστα σημεία που υπερτερούσε απέναντι στον μεγάλο του αντίπαλο). Τα τελευταία δευτερόλεπτα στη Ναντ, από το εκπληκτικό τρίποντο του μέχρι τη φιγούρα του στο παρκέ μετά τη τραγωδία έκαναν ακόμα και τους οπαδούς του Άρη να δακρύσουν και μεγάλωσαν τον θρύλο του. Ανάλογη εμφάνιση στη Βιτόρια το 1996 (34 πόντους) όπου την έπεσε στον Ραμόν Ρίβας για το trash talking στον Πέτζα («είναι πιτσιρικάς, βρες κανέναν στην ηλικία σου..»). Ο Παίχτης με «Π» κεφαλαίο..

ΜΙΛΑΝ ΤΟΜΙΤΣ (1.91-PG): Το ..κουτσαβάκι του Ιωαννίδη εξελίχτηκε σε τοτέμ για τον σύγχρονο Ολυμπιακό. Πόιντ γκαρντ ιδιαίτερα εύστροφος και οξυδερκής, χωρίς σπουδαία φυσικά/αθλητικά προσόντα αλλά σπουδαία αντίληψη του παιχνιδιού, αποφασιστικότητα και intangibles. Υπό τον Ίβκοβιτς πέρασε στο «2» και κοίταξε περισσότερο το καλάθι. Έχει μείνει στην ιστορία ως ένας από τους πιο Clutch παίχτες που πέρασαν από την Έλλάδα, με σωρεία μεγάλων σουτ (θυμάμαι το τρίποντο ..έξω από το γήπεδο στη Μπολόνια και το τρίποντο κυριολεκτικά έξω –από τη θέση που έκανε το άουτ- στο Αλεξάνδρειο που έκριναν ματς υπέρ του Ολυμπιακού) και μια έντονη μαχητικότητα (με επίσης τεράστια σουτ) απέναντι στον αιώνιο αντίπαλο, Παναθηναϊκό.  Από τις περιπτώσεις που η πνευματική δύναμη και τα guts σε κάνουν overachiever. Respect..

ΝΤΡΑΓΚΑΝ ΤΑΡΛΑΤΣ (2.11-C): O πυραυλοκίνητος «Τάκι» έγραψε τη δική του ιστορία στο λιμάνι ως ένας από τους καλύτερους ψηλούς που πέρασαν από τα ελληνικά γήπεδα. Για χάρη του ο Ιωαννίδης άφησε στην άκρη τον Μποντίρογκα.. Ο Τάρλατς  ήταν σημείο αναφοράς για τη σπουδαία ομάδα του Ολυμπιακού μιας και εκείνη την εποχή δεν ήταν πολύ οι ψηλοί που μπορούσαν να ματσάρουν το συνδυασμό προσόντων του. Δύναμη, μέγεθος, ταχύτητα (πόσες φορές τον θυμάμαι να τρέχει τον κεντρικό διάδρομο και να κρεμιέται μανιασμένα στο καλάθι..), αθλητικά προσόντα, ποστ παιχνίδι, ριμπάουντ, άμυνα ψηλά, σουτ από το high post στη FLEX του Ντούντα.. Άδειασε μακριά από τον Πειραιά όταν και συζητήθηκε έντονα η δύναμη του χαρακτήρα του. Δε τα κατάφερε στους Μπούλς, γύρισε άμεσα καταφέρνοντας να κάνει μια καλή χρονιά στη Ρεάλ πριν τη πτώση. Ο Τάρλατς είναι συνδεδεμένος με μερικές από τις καλύτερες αναμνήσεις των φίλων του Ολυμπιακού στα 90s. Ακόμα τον ψάχνουμε για φαντάρο μιας και πρωτοτύπησε σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελώντας τον πρώτο Έλληνα οπλίτη που ενώ έκανε (?) τη θητεία του αγωνιζόταν στην Εθνική Σερβίας και έκανε υπηρεσία από το United Center..

ΜΠΟΜΠΑΝ ΓΙΑΝΚΟΒΙΤΣ (2.00-G/F):  Ο «μανιακός» του Ερυθρού Αστέρα εξελίχθηκε σε θρύλο της Ν.Σμύρνης μετά την ιστορία που όλοι γνωρίζουμε. Πουλέν του Βλάντο Τζούροβιτς από τις ημέρες του με τους κόκκινους του Βελιγραδίου, ήρθε στην Ελλάδα κάνοντας μια πολύ καλή χρονιά με τον Πανιώνιο. Εξαιρετικός σκόρερ ρυθμού με αίσθηση του καλαθιού, όταν ξεκινούσε να βάζει απλά έβαζε όλο το βράδυ. Ο Μπόμπαν δυστυχώς μας άφησε νωρίς αλλά μαζί με τις αναμνήσεις άφησε παρακαταθήκη στο ελληνικό μπάσκετ και ένα εξαιρετικό παιδί, τον Βλαδίμηρο ο οποίος συνεχίζει με τον καλύτερο τρόπο το έργο του πατέρα του.

ΜΙΡΟΣΛΑΒ ΠΕΤΣΑΡΣΚΙ (2.11-C): Πρώην κολώνα του Νεοϋορκέζικου Μάριστ και της Παρτίζαν, στέριωσε στην Ελλάδα αγωνιζόμενος με τα χρώματα του Άρη, του Παναθηναϊκού και του Πανιωνίου σε υψηλό Ευρωπαϊκό επίπεδο, κερδίζοντας τίτλους και διακρίσεις. Τυπάρα ο αγαπημένος «Μίρο», ακόμα θυμάμαι τα βροντερά του καρφώματα-σήμα κατατεθέν του  περιμένοντας πάσα στη τελική γραμμή και φέρνοντας τη μπάλα με τα δύο πίσω από το κεφάλι για να τελειώσει μανιασμένα. Πόσο μακρινή μοιάζει η εποχή που ο γίγαντας Πετσάρσκι έπαιζε «4» δίπλα στον Βράνκοβιτς..

ΜΠΡΑΝΚΟ ΜΙΛΙΣΑΒΛΙΕΒΙΤΣ (1.92-PG): Ο τρελο-Μπράνκο αποτελεί τον μεγαλύτερο γυρολόγο που είδε ίσως το ευρωπαϊκό μπάσκετ στη σύγχρονη εποχή μιας και στα 18 χρόνια καριέρας αλλάζει κάθε μα κάθε χρονιά ομάδα εκτός από τη διετία που έμεινε στη Μέγκα Βιζούρα. Γκαρντ με ιδιαίτερο στυλ, πολύ οξυδερκής, με τον δικό του προσωπικό τρόπο στο να βρίσκει διαδρόμους και καλές ματιές προς το καλάθι. Φατσίδι αλά Αλ Πατσίνο στο «Σέρπικο», ματιά καουμπόη που μπαίνει σε σαλούν-μπαρ, έγινε ο μοιραίος στον 5ο ημιτελικό του 2008 στο ΣΕΦ όταν στη τελευταία κατοχή και με το σκορ στο 64-63 το καλάθι «ξέρασε» το κοντινό σουτ του. Πολύ πάθος και αγάπη για το άθλημα, τραβιέται μέχρι σήμερα (39 ετών) και δε λέει να το βάλει κάτω.

ΜΙΡΚΟ ΜΙΛΙΣΕΒΙΤΣ (2.09-C): Cult φυσιογνωμία αλλά τυπάρα.. Όταν τον πρωτοείδα μου θύμισε μπιφτέκι με πόδια.. Χοντρούλης, με τη τρίχα να ξεχειλίζει, λάνσαρε το πιο iconic shot ίσως στην ιστορία της λίγκας μας με τη ραβέρσα που ξεκινούσε από τη κοιλιά. Εξαιρετικός σκόρερ, σπουδαία επαφή με το καλάθι. Έπαιξε στην ΑΕΚ επί Τζούροβιτς (είχε αυτοπροταθεί μάλιστα)  και στη πολύ καλή ομάδα της Πάτρας δίπλα στον Μπάκ Τζόνσον.

ΝΤΟΥΣΑΝ ΓΙΕΛΙΤΣ (2.11-C): O Γιέλιτς ρίζωσε στον Πανιώνιο για μια επταετία αλλά μετά του έδωσε και κατάλαβε όντας συνεχώς με μια βαλίτσα στο χέρι και χωρίς να μείνει πουθενά πάνω από μια σεζόν. Δεν έφτασε τις αρχικές προσδοκίες ούτε έγινε το αντίβαρο στον Τάρλατς όμως έγινε ένας αξιόλογος ψηλός στη λίγκα μας ο οποίος είχε δύναμη, passing ability και ήξερε να τελειώνει φάσεις γύρω από το καλάθι. Αγωνίστηκε σε Ολυμπιακό, Μακεδονικό και Πάτρα επίσης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ