Οι μεγάλοι Floor Generals της σύγχρονης εποχής

Χρόνια πριν, επί εποχής Xavi Pascual στον Παναθηναϊκό, ανακάλυψα κι εγώ το Hoopfellas. Αδυνατούσα να ακολουθήσω την ροή των κειμένων του Jim, πόσο μάλλον την κατανόησή τους. Διάβαζα, αλλά επί της ουσίας δεν καταλάβαινα. Όροι όπως skip pass, dho, weave, motion continuity, zoom actions, flex offense, flare screens, έπρεπε να τους γκουγκλάρω για να συνειδητοποιήσω….πως η σπυριάρα είναι πορτοκαλί και βράζει στους 100°C. Και να μαι τώρα εδώ, να γράφω το κείμενο που ακολουθεί το κλασικό, μεταφερόμαστε. Πλέον διαθέτω την εμπειρία, να την σιγοβράζω στους 80°C με μια πετσέτα πάνω από το κεφάλι. Μπορεί η προσμονή να είναι μεγαλύτερη, αλλά το ίδιο είναι και η ανταπόδοση.

Γράφει ο Σταύρος Τριαντής
Ο Floor General και η θέση “1” μέσα στις εποχές
Floor general, ο ενορχηστρωτής του παρκέ, ο μαέστρος, ο στρατηγός. Ένα είδος υπό εξαφάνιση, ένα trademark του ευρωπαϊκού μπάσκετ, ο παίχτης που θα καθορίσει τον ρυθμό, θα κάνει τους συμπαίκτες του καλύτερους, θα ξεκλειδώσει τις άμυνες και μαζί τους τη νίκη, θα ενώσει τα κομμάτια του παζλ και θα θέσει τους δικούς του κανόνες στo παρκέ, έχει αρχίσει και σπανίζει επικίνδυνα. Το μπάσκετ αλλάζει, το μπάσκετ πάντα άλλαζε και πάντα θα αλλάζει και το ερώτημα αν η κότα έκανε το αυγό η το αυγό την κότα, μοιάζει τώρα επίκαιρο, περισσότερο από ποτέ ίσως.
Σταματήσανε να βγαίνουνε floor generals γιατί το μπάσκετ αλλάζει ή το μπάσκετ αλλάζει γιατί σταματήσανε να βγαίνουνε floor generals;
Το άθλημα έχει γίνει ταχυδυναμικό, η αθλητικότητα κυριαρχεί και το pace είναι υψηλό. Η απειλή από μακριά δεσπόζει και επιζητείται από όλες τις θέσεις, θέσεις όμως πλέον δεν υπάρχουν ξεκάθαρες, παρά skills. Μπορούμε πλέον να βρούμε αρκετούς score-first guards στον άσσο και playmaking skills σε έναν combo, swingman, στα φτερά, ακόμα και σε έναν playmaker ρακέτας από τις θέσεις των ψηλών, πολύ πιο συχνά από ότι τα προηγούμενα χρόνια. Versatility και adjustment, πολυμορφικές επιθέσεις και γρήγορα πόδια. Το μέλλον του αθλήματος δεν βασίζεται στις “καθαρές” θέσεις αλλά στην δυνατότητα να μπορούν οι παίχτες να ανέβουν ή να κατέβουν, τουλάχιστον μία αν όχι δύο, στην επίθεση, αλλά ακόμα πιο σημαντικό, στην άμυνα. Κάποτε αρκούσανε ένας δεινός σκόρερ κι ένας δεινόσαυρος για να πας μακριά, περάσαμε στην εποχή που μεσουρανούσαν οι μεγάλοι σουτέρ, ζήσαμε το small ball πριν την εποχή του small ball, το ιδανικό πεντάρι από seven footer μεταμορφώθηκε σε αθλητικό και undersized, οι ψηλοί πλέον πρέπει να διαθέτουν και το στοιχείο του τριπόντου and so on. O floor general όμως ήταν πάντα εκεί. Η μετάβαση από το μπάσκετ των θέσεων στο positionless basketball των skills και της αθλητικότητας, έκανε την ανάγκη για έναν κλασικό floor general να μοιάζει… αναχρονιστική στα μάτια πολλών modern-day coaches, μέχρι που αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε πόσο πολύ λείπει, όταν τα παιχνίδια “σφίγγουν”. H αθλητικότητα και τα γρήγορα πόδια είναι απαραίτητα, αλλά όταν η μπάλα “καίει” στα κρίσιμα και οι τίτλοι κρίνονται, η ομάδα που έχει το “κομπιούτερ” στο παρκέ όταν οι παλμοί βαράνε κόκκινο, είναι αυτή που συνήθως χαμογελάει στο τέλος.
Nacho Solozábal (Ο Ρυθμιστής)
 
Το μυαλό της Barcelona και διαχειριστής του ρυθμού, για πάνω από μια δεκαετία. Ξεκίνησε και τελείωσε την καριέρα του στους Καταλανούς και είδε φυσιολογικά την φανέλα με το νούμερο 7 να αποσύρεται. Δεν ήταν ο πιο αθλητικός παίκτης στο παρκέ, αλλά ήταν σίγουρα ο πιο έξυπνος. Ο τύπος του παίκτη που κάνει μια ομάδα καλύτερη και μόνο με την παρουσία του, που ξέρει ακριβώς πού πρέπει να βρίσκεται ο καθένας, που τοποθετεί τα πιόνια με μαεστρία στην θέση τους. High basketball IQ στο παρκέ και ηγεσία, υπό τις οδηγίες του Aito Reneses, ενός δασκάλου του αθλήματος. Δεν ήταν ένας εντυπωσιακός σκόρερ, ήταν ο απόλυτος οργανωτής. Καθαρός floor general, χωρίς εγωισμό, με πλήρη έλεγχο του ρυθμού και του χώρου. Ο Nacho ήταν η προσωποποίηση της φράσης “coach on the floor”. ‘Ηταν μετρ στον έλεγχο του τέμπο, διάβαζε το παιχνίδι και επέβαλλε τους δικούς του κανόνες εκτέλεσης, μεγιστοποιώντας την αποτελεσματικότητα κάθε κατοχής. Με τον αριστερόχειρα στο τιμόνι, η κίνηση χωρίς την μπάλα και τα off-ball screens χαρακτηρίζανε το παιχνίδι των καταλανών. Σε μια Barcelona που είχε το firepower του San Epifanio και τo δυναμικό inside game του Audie Norris, ο Nacho ήταν ο άνθρωπος με το clipboard στο μυαλό, να αξιοποιεί τα down-screens και να ταίζει το low-post, χρησιμοποιώντας την απειλή του ψηλού για να ενεργοποιήσει cuts από την weak-side και kick-out πάσες στην περιφέρεια, ελέγχοντας τον ρυθμό του παιχνιδιού, υπενθυμίζοντάς μας πως η μεγαλύτερη αρετή ενός άσσου είναι να ξέρει που και πότε πρέπει να πάρει τη μπάλα ο κατάλληλος παίκτης. Όταν οι άμυνες έκλειναν ερμητικά και η μπάλα κολλούσε, αναλάμβανε τον ρόλο του εκτελεστή από την γραμμή στα 6.25 εκείνα τα χρόνια, όπως στον αλησμόνητο τελικό του Copa Del Rey απέναντι στους μαδριλένους το ’87, με το clutch τρίποντο at the buzzer που χάρισε και τον τίτλο.
                             
Jure Zdovc (Ο Αρχιτέκτονας)
 
 Ένας από τους πιο αριστοκρατικούς και ευφυείς general που έχει δει ποτέ το ευρωπαϊκό μπάσκετ. ‘Yψους 1,98 είδε το παιχνίδι από γωνία που οι περισσότεροι guard της εποχής του αδυνατούσαν να δουν και αποτελούσε έναν δικτάτορα του τέμπο. Έπαιζε με το πόδι κολλημένο στο φρένο και διακρίθηκε όσο λίγοι στο λεγόμενο controlled basketball. ‘Eνα κομπιούτερ μέσα στο γήπεδο με σπάνιο συνδυασμό ύψους, μήκους, ταχύτητας, εξυπνάδας και διαίσθησης, έκανε δύσκολες φάσεις να φαίνονται εύκολες και έθετε στα παρκέ το δικό του pace. Η ικανότητά του να παγώνει τον ρυθμό, να εξαντλεί τις επιθέσεις και να εκτελεί η ομάδα του στο τελευταίο δευτερόλεπτο, τον έκανε τον αγαπημένο παίκτη προπονητών-δασκάλων όπως ο Dusan Ivkovic (στην εθνική Γιουγκοσλαβίας) και ο Bozidar Maljkovic (στη Limoges), φτάνοντας μαζί τους στην κορυφή, τόσο σε συλλογικό, όσο και σε εθνικό επίπεδο. Ο “ξανθός άγγελος” του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ και μετέπειτα του σλοβένικου, ήταν ουσιαστικά ένας floor general του… 2026, εγκλωβισμένος στα ’90s. Με ύψος κοντά στα δύο μέτρα, είχε το μέγεθος που αναζητούν όλες οι σύγχρονες ομάδες, αλλά με τη φινέτσα και το court vision μιας άλλης εποχής. ‘Αλλωστε ο Boza τον είχε ως ακρογωνιαίο λίθο στη Limoges του ’93 για να ελέγχει απόλυτα το τέμπο. Με αυτόν στο τιμόνι τα bad boys του ευρωπαϊκού μπάσκετ, φτάσανε στον πιο ανέλπιστο και ανατρεπτικό τίτλο της ιστορίας, απέναντι σε μεγαθήρια της εποχής.
Γυρνούσε τη μπάλα με υπομονή και σημάδευε με χειρουργική ακρίβεια τα mismatches. Low-volume, παίχτης οικονομίας, με high efficiency, εξαιρετικό shot selection και decision making, ήταν ένας elite αμυντικός εξολοθρευτής, που χρησιμοποιούσε το μήκος των χεριών του, τα γρήγορα πλάγια βήματά του και την συναισθηματική του νοημοσύνη, για να “σβήσει” το αντίπαλο point-guard από το γήπεδο. ‘Οταν χρειαζότανε σκόραρε κιόλας για την ομάδα του, βάζοντας την απειλή από το τρίποντο, όπως και από το mid-range, ο τρόπος όμως που διαχειριζότανε τον χρόνο της επίθεσης και έχτιζε την δομή της με τις αποφάσεις του, ήτανε που τον οδηγήσανε σε χρυσά μετάλλια και την κατάκτηση του τότε πρωταθλητριών με το απόλυτο underdog στην ιστορία της διοργάνωσης.
Είχαμε την τύχη να τον θαυμάσουμε και στα μέρη μας με την φανέλα δυο ιστορικών ομάδων, όπως ο Ηρακλής και ο Πανιώνιος.
Δικαίωση για Παπαλουκά – Πληρώνει ο Ολυμπιακός
Θοδωρής Παπαλουκάς (Ο Τσάρος)
 
Ο “Τσάρος”, παρόλο που δεν ήταν ο floor general με την κλασική έννοια του όρου, είχε pass-first νοοτροπία και ομαδικό πνεύμα κάνοντας τους συμπαίκτες του καλύτερους, αλλά το πώς εκτελούσε αυτά τα χαρακτηριστικά ήτανε κάτι διαφορετικό, αποτελώντας το προμήνυμα για την εξέλιξη της θέσης και του αθλήματος. Στην ουσία ήταν ένας impact playmaker με στοιχεία floor general. Ο Παπαλουκάς ήταν ο παίκτης που ανέβαζε το επίπεδο της ομάδας, όχι γιατί ήταν ο καλύτερος σε κάτι συγκεκριμένο, αλλά γιατί ήταν πολύ καλός σε όλα και έπαιζε πάντα για να κερδίσει η ομάδα. Τέλεσε υπό τις οδηγίες κορυφαίων του αθλήματος όπως ο Dusan Ivkovic και ο Etore Messina, και διέπρεψε στα ευρωπαϊκά γήπεδα με την φανέλα του Ολυμπιακού και της CSKA Μόσχας τα περισσότερα χρόνια της καριέρας του, όπως και της επίσημης αγαπημένης, κατακτώντας τίτλους Euroleague αλλά και σε εθνικό επίπεδο, ως μέλος της χρυσής γενιάς που έφερε τον δεύτερο τίτλο Eurobasket, μετά το θαύμα του 1987. Ο Θοδωρής καθιερώθηκε ως ο έκτος παίχτης σε μια στρατηγική επιλογή του Messina στην CSKA, αποτελώντας τον game changer ερχόμενος από τον πάγκο. Παρατηρούσε το παιχνίδι και τις αδυναμίες του αντιπάλου, και μπαίνοντας μέσα άλλαζε αμέσως τη δυναμική του παιχνιδιού στις επόμενες δύο με τρεις κατοχές, χτίζοντας σταθερό προβάδισμα για την ομάδα του.
Ο “Tσάρος” είχε ήδη διαβάσει από έξω πώς αμυνόταν ο αντίπαλος, και όταν πατούσε παρκέ δεν εκτελούσε απλώς το πλάνο, άλλαζε τις γωνίες πάσας, ανέβαζε το pace τρέχοντας το fast break μετά από κλέψιμο και ανάγκαζε την αντίπαλη ομάδα να προσαρμοστεί εκείνη επάνω του. Δεν ήτανε ο στρατηγός που ακολουθούσε τον χάρτη, ήτανε ο στρατηγός που άλλαζε τη γεωγραφία του γηπέδου κάθε φορά που έμπαινε στο ματς. Παρότι ήτανε εξαιρετικός και στο set παιχνίδι και τις pick-and-roll δράσεις όπου εκμεταλευόμενος το ball screen έβαζε τον αμυντικό στην πλάτη του και χτυπούσε την weak side με skip πάσες, κυνηγούσε το transition για να βρει την αντίπαλη άμυνα πριν προλάβει να στηθεί και να πάρει το πλεονέκτημα στα χέρια του. Ο Τεό δεν έκανε απλά μια πάσα γιατί ήτανε η σωστή πάσα την σωστή στιγμή, αλλά γιατί έβλεπε κάτι που οι άλλοι δεν βλέπανε. Read-and-react παιχνίδι από ένα ψηλό κορμί στα 2 μέτρα, οι αντίπαλοι αδυνατούσαν να του κρύψουν τις passing lanes και στο χιλιοστό που ο αντίπαλος είχε καθυστερήσει στο αμυντικό rotation, η bullet-pass είχε ήδη φύγει από τα χέρια του. Στην άμυνα δε, το wing span σε συνδυασμό με τα γρήγορα χέρια του, τον χαρακτηρίσανε ως έναν “σεσημασμένο” αρσέν λουπέν των ευρωπαϊκών γηπέδων.
Ο Θοδωρής δεν ήτανε απλώς ένας Euroleague legend, ήτανε η μετάβαση από τον κλασικό floor general προς τον leading guard του σήμερα, η γέφυρα προς το σύγχρονο, dynamic basketball, συνδυάζοντας στοιχεία του παλιού με το καινούργιο.
Sarunas Jasikevicius (The Golden Boy)
O Saras ήταν άλλος ένας Euroleague legend που πέρασε από τα μέρη μας και σίγουρα “ακούμπησε”. Μπορεί κι αυτός να μην αντικατοπτρίζει τον όρο του floor general όπως θα την βρούμε στο λεξικό, μας έδωσε όμως μια άλλη οπτική της θέσης, μια “διονυσιακή” οπτική που διεύρυνε τους μπασκετικούς μας ορίζοντες. Το “χρυσό αγόρι” από την Λιθουανία, ένας scoring playmaker, δεν έτρεχε το σύστημα, ήταν το σύστημα. Ως άλλος “Μίδας”, μάζεψε τέσσερις τίτλους Euroleague με τρεις διαφορετικές ομάδες και διακρίθηκε και σε εθνικό επίπεδο. Διέπρεψε υπό τις οδηγίες κορυφαίων στους ευρωπαϊκούς πάγκους όπως οι Aito Reneses, Svetislav Pesic, Pini Gershon, Zeljko Obradovic και Xavi Pascual. Ήταν ένας scoring orchestrator με υψηλό μπασκετικό IQ, που τιμωρούσε τις άμυνες όταν του έδιναν χώρο, και ζούσε για τις πιο κρίσιμες στιγμές του παιχνιδιού. Ο Saras δεν διάβαζε απλά τις καλύψεις, τις ακύρωνε. Τιμωρούσε τις drop άμυνες με pull-up και τάιζε το short-roll στην hedge άμυνα. Άψογος ενορχηστρωτής του pick-and-roll στο set, απολαυστικός στο transition. Ο Λιθουανός, αψηφούσε το παραδοσιακό, συντηρητικό πρότυπο του pass first point-guard που ελέγχει τον ρυθμό. Συνδύαζε την άψογη εκτέλεση των βασικών μηχανικών του αθλήματος(πάσα, ντρίμπλα, σουτ), με το μυαλό ενός floor general και το δολοφονικό ένστικτο ενός κορυφαίου σκόρερ.
Στη Maccabi, ήταν ο θορυβώδης κινητήρας μιας επαναστατικής επίθεσης, ενώ στον Παναθηναϊκό, θυσίασε το εγώ του για να γίνει ένα φονικό γρανάζι της τακτικής μηχανής του Obradovic. Αν η ηγεσία ήταν το χαρακτηριστικό του, η προσαρμοστικότητα ήταν το κρυφό του πλεονέκτημα. Από πρώτο βιολί, σε late-clock weapon. Έβαλε κι αυτός το λιθαράκι του στον μύθο του “General” μέσα στα χρόνια και την εξέλιξή του στην σημερινή εικόνα.
 
Milos Teodosic ( The Artist)
 
Ο Milos Teodosic δεν χώρεσε ποτέ ούτε στο παλιό ούτε στο καινούργιο. Πρόκειται ίσως για την καλύτερη τεχνική πάσας όλων των εποχών σε Ευρώπη και Αμερική. Ένας παίκτης, που σε κάθε φάση περίμενες τον Βεζούβιο να εκραγεί. Ένας καλλιτέχνης, που έβλεπε το γήπεδο σαν καμβά. Το παιχνίδι υποκλινόταν στην φαντασία του και κάθε κατοχή έμοιαζε με θεατρικό έργο. Μπορούσε να χειραγωγήσει τους αντιπάλους του με την ματιά του και μόνο, ούτως ώστε να παγώσουν ή να βρεθούν εκτός πορείας, και να πασάρει σε μια θέση που ούτε ο ίδιος ο συμπαίκτης του δεν ήξερε πως είναι ελεύθερη. Η ματιά του αποτελούσε όπλο παραπλάνησης σε έναν ψυχολογικό πόλεμο με μπάλα στα χέρια. Παρέλαση τα ονόματα κορυφαίων προπονητών που δούλεψαν μαζί του, όπως οι Ettore Messina, Dusan Ivkovic και Sergio Scariolo. Το ρίσκο ήταν μεγάλο να έχεις ως εγκέφαλο έναν τόσο εκρηκτικό, allegro, ρισκαδόρικο και απρόβλεπτο παίκτη να οδηγεί την ομάδα σου, οι διακρίσεις όμως με την εθνική Σερβίας, όπως και η κατάκτηση της Euroleague, αποδεικνύουν πως τίποτα κορυφαίο στην ζωή δεν κατακτιέται χωρίς ρίσκο. Ο Milos όμως δεν ήταν μόνο allegro αλλά και rubato. Επιτάχυνε όπου έπρεπε να επιβραδύνει, σταματούσε όπου όλοι περίμεναν να εκπυρσοκροτήσει. Αυτή η αρρυθμία ως τέχνη τον έκανε αδύνατο να αντιμετωπιστεί. Οι κόντρες του με τον Διαμαντίδη στα χρόνια του Milos στον ολυμπιακό, ομηρικές και μνημειώδης.
Οι no-look πάσες του και η διορατικότητά του, να είναι 2-3 φάσεις μπροστά από τους υπόλοιπους, μας έκαναν να αγαπήσουμε το άθλημα λίγο περισσότερο.
Δημήτρης Διαμαντίδης (3-Dimensional)
 
Ο Διαμαντίδης δεν ήταν floor general, o όρος playmaker δεν φτάνει για να τον περιγράψει, ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως point-guard. Ο 3D ήταν όλα αυτά μαζί και ακόμα περισσότερα. Ο Mήτσος ήταν ένας pass-first manipulator, master του pick-and-roll, defensive player of the year έξι φορές σε επτά χρόνια, που έκανε όλους τους γύρω του να μοιάζουν καλύτεροι. Έβαζε την ομάδα πάνω από τον εαυτό του, ενορχήστρωνε αρμονικά τους συμπαίχτες του, και ήταν η προέκταση του προπονητή στο παρκέ. Ηγούτανε όχι μόνο με το παιχνίδι του αλλά και με τον χαρακτήρα του, καθόριζε μαεστρικά τον ρυθμό και όποτε το χρειαζότανε η ομάδα σκόραρε κιόλας. Δεν μπορούσε να μπει σε καλούπια γιατί πολύ απλά, ήτανε μια κατηγορία μόνος του. Στον Παναθηναϊκό του Zeljko Obradovic για πολλά χρόνια κατέκτησε ευρωπαϊκούς τίτλους και καθολική καταξίωση ως Euroleague legend, μέλος κι αυτός της χρυσής εθνικής ομάδας του 2005, παρέα με τον Θοδωρή και τα άλλα “παιδιά”. Mε ύψος στα 1.96 και wingspan στα 2.16, ο αριστερόχειρας άσσος από την Καστοριά αποτελούσε τον franchise player, τον glue guy και τον εγκέφαλο της ομάδας ταυτόχρονα. Μαέστρος του pick-and-roll στο set παιχνίδι, μπορούσε κάλλιστα να τρέξει άψογα την ομάδα στο ανοιχτό γήπεδο. Οι συνεργασίες του με τον Mike Batiste ήτανε σεμιναριακού επιπέδου και η μπασκετική ευφυία του έμπνευση για πολλούς παίχτες και όχι μόνο. Η μαεστρία του 3D αναδεικνύεται από το γεγονός ότι μπορούσε να ορίσει τη μοίρα ενός αγώνα χωρίς να σκοράρει κατά ριπάς, γεμίζοντας όμως όλα τα κουτάκια της στατιστικής. Ο μεγάλος Kobe Bryant είχε δηλώσει κάποτε πως ένας ευρωπαίος παίχτης που θα ήθελε να παίξει μαζί του στο ΝΒΑ ήτανε ο Μήτσος, για να τρομοκρατούν μαζί τα αντίπαλα guard της λίγκας. Και αυτό ακριβώς έκανε στα ευρωπαϊκά παρκέ, είτε ως προπονητής μέσα στο γήπεδο, είτε ως ο κορυφαίος αμυντικός στην Ευρώπη. Ένας two-way εγκέφαλος, ένας control general με ice-cold προσωπικότητα, ο clutch ηγέτης που έψαχνες, όταν η επίθεση τελείωνε. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης ήταν ο αλγόριθμος της νίκης και επαναπροσδιόρισε την θέση του οργανωτή.
Βάλτο αγόρι μου!
-Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα, νιώθουμε πολύ τυχεροί που ζήσαμε τόσους πολλούς θρύλους του παιχνιδιού, με πρώτους και καλύτερους δύο δικά μας παιδιά, τον Τεό και τον Μήτσο. Με εξαίρεση τον Nacho, οι υπόλοιποι όχι απλά περάσανε από τα μέρη μας, αλλά μεγαλουργήσανε κιόλας. Όλοι δώσανε κάτι ξεχωριστό, κάτι μαγικό στην θέση, ο καθένας με το δικό του μοναδικό στυλ. Το μπάσκετ θα συνεχίσει να αλλάζει, οι θέσεις θα γίνονται ακόμα πιο ρευστές και τα skills πιο σύνθετα. Όμως, όσο το παιχνίδι θα κρίνεται στις λεπτομέρειες, στις 2-3 κατοχές όπου η μπάλα “καίει” και οι τίτλοι κρίνονται, η ανάγκη για τους “Μαέστρους”, που βλέπουν το παρκέ σαν σκακιέρα, θα παραμένει αναλλοίωτη. Μπορεί να μην τους λέμε πλέον Floor Generals με την κλασική έννοια, αλλά οι “Στρατηγοί” θα είναι πάντα εκείνοι που θα γράφουν την ιστορία με τον δικό τους τρόπο.
Υ.Γ: Αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε για τους νοσταλγούς του παρελθόντος, ούτε για τους λάτρεις του κάθε τι καινούργιου. Είναι απλά ένας φόρος τιμής σε μια κάστα παικτών που η συνεισφορά τους, δεν αποτυπωνόταν πάντα στα box scores με 25+, αλλά η παρουσία τους και μόνο εξασφάλιζε τίτλους.